Ακολουθεί μία ωραία κριτική για το στούντιο:
Βίκα εστί ανοιχτόχρωμη, αλόγα μιλφ, με μέτριο πρόσωπο, μικρό στήθος, καλόσχηματισμένο κορμί, που, φαντάζομαι, διαχρονικά, την έχουν γαμήσει και τύποι όπως ο γεροδεμένος, μεσήλικας ψωλαράς της τσόντας, που προβάλεται στην οθόνη.
Αφού ζώνεται το δερμάτινο στραπόν μου και ξετυλίγει μια κόκκινη καπότα κατά μήκος του εφτάιντσου thin dong, γονατίζει πλάι στο ξαπλωμένο, ανάσκελα, σώμα μου και μου τον δίνει στο στόμα, με ‘μένα ν’ αρχίζω το ρουφογλείψιμο, χωρίς χέρια, κοιτάζοντας τη, λάγνα, στα μάτια και σηκώνοντας και απάγωντας τα πόδια, να ξεκινάω να μου βάζω δάχτυλο.
G (ύστερα από λίγο, καθώς κάνω κίνηση να σηκωθώ): Έλα να με γαμήσεις, τώρα!
Με “πηδάει”, για λίγο, στα τέσσερα, πάνω στο κρεβάτι (“Αχχ, γαμιέμαι ωραία, ε;…”), χτυπώντας με, απαξιωτικά, στον κώλο (“Πλαφ!…”), με ‘μένα να την παροτρύνω να συνεχίσει, στο αυτό στιλ (“Αχχ, ναι!…”), πριν της ζητήσω να με “πάρει” και στα όρθια (“Ξέρεις κάτι; Έλα να με γαμήσεις μπροστά απ’ τον καθρέφτη, για να βλέπω!…”).
Ο χώρος έχει ανακαινιστεί, από την τελευταία φορά που γαμήθηκα εδώ, πριν έξι μήνες και τώρα τον “τρώω” μπροστά απ’ τον νιπτήρα, ρίχνοντας ματιές στο ερωτικό σύμπλεγμά μας.
G: Αχχ, ναι, γάμα μου την τρύπα!…
B (με το βλέμμα στην περιοχή της πράξης): Μμμ!… Πλαφ!…
Δεν αργώ να τραβηχτώ μπροστά και γυρίζοντας, προς το μέρος της, να γονατίσω, για να της τον ξαναπάρω στο στόμα – αφού, πρώτα, αφαιρέσω την κόκκινη καπότα…
Τελικώς, θα εκσπερματώσω, αυνανιζόμενος, στη χούφτα μου και στο πάτωμα (“Αχχ, έχυσα σαν πουτανίτσα!…”), έχοντας σηκωθεί όρθιος, με τη γαμιά να μου τσιμπάει και πιπιλάει τις ρώγες, όπως και να μου απαλοφιλάει/απαλογλείφει τα πλαϊνά του λαιμού.
Συμπέρασμα: Μια χαρά!… Αλλά ακριβά (80€, “έσκασα”). Βέβαια, σ’ αυτό το τελευταίο, κάποιος θα μπορούσε να επιχειρηματολογίσει πως πρόκειται για στούντιο.

